Online τεύχη

Ημερολόγια ……Καραντίνας

ΛΙΝΑ ΒΑΤΑΝΤΖΗ

 Τεχνικό πρόβλημα

Σκόρπισαν τα κλειδιά μου

όταν όρμησα να προλάβω

την άνοιξη –

ταξίδευα στα χιόνια του βορρά

και στη διαδρομή χάθηκε

η πυξίδα.

Αισιοδοξώ να ανταμώσω τη νίκη

μα, στέκομαι ανάμεσα σε δράκους

χωρίς φωνή –

νιώθω την ήττα ασφυκτικά

να διπλώνει στον κενό χώρο

τα πλοκάμια της.

Η αίσθηση της απομόνωσης

πλημμυρίδα απέλπιδα δημιουργεί.

 

 

Μαριλένα Μηλαθιανάκη

Κυριακή του Πάσχα , 19 Απριλίου 2020

Περπατώ όπως ανελλιπώς κάνω κάθε μέρα από τις 13 του Μάρτη.

Περπατώ  την ίδια ακριβώς μέρα, την ίδια περίπου ώρα που όλα τα χρόνια της ενήλικης ζωής μου  ήμουν χωμένη στην κουζίνα μέσα σε ατελείωτες στίβες από πιάτα, ταψιά, κούτες γλυκά και εδέσματα ικανά να χορτάσουν έναν ολόκληρο στρατό, για να φάνε μόλις τα έντεκα μέλη της οικογένειάς μου, δέκα πλέον μετά που έφυγε ο μπαμπάς! Ωωω, πόσο σπουδαία νοικοκυρά  ήμουν, χαμογελούσα κρυφά στο νεροχύτη μου κοιτάζοντας με περισσή περιφρόνηση το κεφαλάκι του άτυχου αρνιού με δαγκωμένη τη γλώσσα του μέσα στο ταψί. Ούτε μου πέρασε απ’ το μυαλό πως μέχρι χτες ήταν ζωντανό και τριγυρνούσε  ανυποψίαστο για το επερχόμενο μαρτύριό του με τη μάνα του στην εξοχή .Τα κατάφερα και φέτος να τους μαζέψω και να τους χώσω στο στόμα με το ζόρι τα καταπληκτικά μου εδέσματα μέχρι σκασμού! Τους μάζεψα πάλι για να γιορτάσουμε τη Λαμπρή. Λαμπρή ίσον φαϊ. Τέλος. Κι όσο πιο πολύ τόσο καλύτερα.

Τούτη την ίδια ώρα περπατώ στην αφειδώλευτη φύση που φέτος – ή μήπως ήταν πάντα έτσι – είναι έκπαγλης ομορφιάς.

Ρωτώ τον άντρα μου. «Μα πάντα έτσι κελαηδούσαν τα πουλιά; Πώς ποτέ να μην τα είχα ακούσει;» Για να πάρω την απάντηση. «Τα άκουγες, μα σου λέρωναν την αυλή χτίζοντας τις φωλιές τους και τα ‘διωχνες…». Σκύβω το κεφάλι και προχωρώ ενοχλημένη.

Συνεχίζω να περπατώ έκπληκτη από την ομορφιά, χαϊδεύω τα ταπεινά άνθη ,τις μολόχες, τις ασφεντυλιές, τις παπαρούνες, τις μαργαρίτες, τις αλαδανιές, τους  άρτικιες τους ασπαλάθους, τους σπάρτους, τα κρινάκια, τα κυκλάμινα, τις μαχαιρίδες και τους  σκούλους…….. και τους ζητώ συγνώμη που 30 χρόνια είναι κάθε άνοιξη εκεί, στο ίδιο μέρος και ούτε μια ματιά δεν τους έριξα, ποτέ!

Ανεβαίνω στο κάστρο, σκοντάφτω στις πέτρες , σηκώνομαι και με άγρια χαρά φτάνω στην πλακούρα που καθόμουν παιδί με τις φιλενάδες μου ,τότε  που παίζαμε τις βασίλισσες του κάστρου κι αργότερα έφηβοι ξαπλωμένοι ατελείωτες ώρες στην ίδια πλακούρα θαυμάζαμε την πανέμορφη κοιλάδα, τα δεκάδες χωριά στα ριζά της Δίκτης, ανελλιπώς την αυγουστιάτικη πανσέληνο να προβάλει από τα βουνά και ονειρευόμασταν τη ζωή μας μακριά από δω!

Μα πώς, καμιά φορά από τότε, δεν ξαναβρήκα μια στιγμή εύκαιρη από  να ξανάρθω εδώ; Λίγο πιο κάτω μένω…

Πώς πέρασε η ζωή μου με ένα αχ κι ένα γιατί να ζήσω στο χωριό κι όχι στην πόλη. Να αγωνίζομαι να ‘μαι  παρούσα σε όλα τα δρώμενα της πόλης, μην τύχει και λείψω από πουθενά και χάσω καμιά παράσταση…

Κι ύστερα κοίταξα τον ανέφελο ουρανό, τον προκλητικά καταγάλανο σήμερα και σκέφτηκα πως είναι σήμερα  Λαμπρή κι η Πλάση την γιορτάζει αφήνοντας στα πόδια Του όλα της τα λουλούδια, έκπληκτη που οι σπιθαμιαίοι άνθρωποι κάθονται στα σπίτια τους και την άφησαν ήσυχη επιτέλους.

Κι εγώ εδώ να ντρέπομαι και να ζητώ συγνώμη απ’ τις μολόχες που δεν άφησα την ομορφιά τους να μου γεμίσει την ψυχή!

Δυο δάκρυα μου ξέφυγαν για τη θλίψη της ζωής μου, μα ευθύς εκεί στα κατάβαθα, στα μύχια της τρικυμισμένης μου ψυχής γεννήθηκε ένα όνειρο, που ίσως και ξεδειλιάνει… Να ‘ναι αυτή η στιγμή μια καινούρια αφετηρία στη ζωή μου. Και ξυφάνθηκε εδώ στην πλακούρα, τη μέρα της Λαμπρής, εδώ που ονειρεύτηκα να φύγω, εδώ που ονειρεύομαι να γεράσω.

 

 

ΧΡΥΣΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΗ

Ημερολόγιο Καραντίνας

‟ Αυτό που μας συμβαίνει δεν πρέπει να είναι σχέδιο Θεού! ˮ σκέπτομαι.

Νιώθω σαν πειραματόζωο …

Αρχικά ο περιορισμός έρχεται από έξω.

Σου αφαιρείται το δικαίωμα να ερευνήσεις, να ανακαλύψεις, να νιώσεις, να έρθεις σε επαφή με τη φύση, ‟ τώρα που ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζει η γη χορτάρι …ˮ

Στη χώρα που ζούμε είναι σα να κόβεις τον αέρα στον ασθενή που προσπαθεί με βαθιές ανάσες να βάλει σε λειτουργία ξανά τον εαυτό του. Σαν το χέρι του επιστήμονα να θέλει να μας βάλει όλους σε τεχνική υποστήριξη. Χαμηλώνεις τις ανάσες σου. Περιορίζεσαι και καθηλώνεσαι σε μια θέση που σου επιτρέπει να μετράς αριθμούς, θύματα, μέρες, τοποθεσίες.

Νιώθεις και λίγο ανακούφιση που δεν είσαι κι εσύ θύμα των περιστάσεων.

Τη γλίτωσες αυτή τη φορά … Κάπως ειρωνικό δεν ακούγεται;

Σιγά-σιγά αρχίζεις να το αποδέχεσαι σα μια αναπόφευκτη πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι αυτό το παν- βοηθάει να γίνει πιο εύληπτη η νέα κατάσταση.

Τραβάς γραμμούλες απλά δηλώνοντας την παράταση ζωής που σου δίνουν.

Οι κινήσεις λιγοστεύουν, τα λόγια μαγκώνουν στο στόμα, τα συναισθήματα στον πάγο.

‟ Καλύτερα ας μη μιλήσω. Θα τα κάνω χειρότερα …! ˮ

Σα να λιγόστεψαν οι χώροι μέσα μας.

Κλείνω τα μάτια και αναζητώ την ασφάλεια της μήτρας. Σε στάση εμβρύου το σώμα, άδειο το κεφάλι από σκέψεις. Απλά υπάρχω.

Αυτό ήθελαν να πετύχουν οι επιστήμονες;

 

 

«Πίσω από τα κάγκελα της καραντίνας, παραμονεύει πάντα κάποια απόδραση».

       Γράφει η Αγγελική Σπινθάκη,

       ψυχοεκπαιδεύτρια, θεατροπαιδαγωγός

 

Οι παρελάσεις πέρασαν. Οι ορχήστρες σώπασαν. Κανένας θόρυβος για να κρυφτώ μέσα του.

Η Πασχαλιά βγάζει  τη γλώσσα της, βαθιά μοβ και υγρή. Πασχίζει να χαράξει δρόμο μέσα στην κάμαρή μου, για να περάσει το άρωμά της. Όμως όχι! Δεν επιτρέπεται να χαραχτεί ούτε μονοπάτι. Δεν επιτρέπεται να εισπνεύσω. Ύποπτο και το άρωμα της Πασχαλιάς! Πώς τολμά να επιχειρεί μέσα στο βασίλειο του αποστειρωμένου μου αέρα; Τσιτώνω απέναντι στη στέρηση. Αντιστέκομαι στην αοσμία.

Ψάχνω την κάμαρή μου, με μάτια δεκατέσσερα και ρουθούνια ανιχνευτικού σκύλου, μήπως και ανακαλύψω ένα μέρος έστω, της ταξιανθίας της. Ιθαγενής η δική μου γλώσσα βγαίνει έξω, δικαιωματικά.

Γλύφω το πάτωμα, τους τοίχους, το ταβάνι. Μάταια!

Άχρηστη η λειτουργία της όρασής μου, άκαρπη η ευαισθησία της όσφρησής μου, ανικανοποίητη η γεύση μου και η ακοή μου πνιγμένη στη σιωπή …εξ’ αρχής!

 

Τι μου απομένει να ενεργοποιήσω; Την αφή μου, ασφαλώς!

Ξετυλίγω τα χέρια μου, φίδια μόλις ξυπνημένα από μακρά ύπνωση. Τα απλώνω μπροστά, σαν υπνοβάτης και ψηλαφίζω.

Τι χαρά! Η αφή μου λειτουργεί!

Νιώθω με τα χέρια. Ερευνώ γύρω μου.

Τοίχος… άλλος τοίχος… πάλι τοίχος… Κάγκελα!!! …Και τα ακούμπησα!

Κοκαλώνω. Απολυμαίνω τα χέρια μου, σχολαστικά.

Πώς έγινε αυτό; Φοβήθηκα να μείνω έξω, άκρυφτη στη σιωπή και έτρεξα να αναμειχτώ με τη γλωσσοδιάρροια του εγκλεισμού μου και την υπερκινητικότητα των χεριών μου, διακινδυνεύοντας τη ζωή μου, πραγματικά;

 

Λίγο πιο πέρα, μια χειρουργική μάσκα δεν δίνει δεκάρα για το δράμα μου. Εκτοξεύει με έπαρση το γαλαζοπράσινο χρώμα της… το μόνο, αποκλειστικό φως της φυλακής μου.

 

Μα πριν σφαλίσω το στόμα μου μ’ αυτήν, θα ενθαρρύνω τις λέξεις που θα γεννήσω, να δραπετεύσουν, να λευτερωθούν, να ανταμώσουν τις λέξεις των άλλων και να συγχρωτιστούν θαρραλέα, σε απόσταση αναπνοής.

Σε μια απόδραση τροφίμου, ειδικού εσώκλειστου ιδρύματος, που παλεύει να ανακτήσει την απόλυτη ελευθερία  …του «Εγώ ειμί»!